Αναρτήθηκε από: theologoi makedonias thrakis | Ιανουαρίου 16, 2010

Αποφάνθηκε πάλι ο κ. Γιαγκάζογλου για το μάθημα των θρησκευτικών

ΑΠΟΦΑΝΘΗΚΕ ΠΑΛΙ Ο κ. ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ ΓΙΑ

ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ !!

Ο Σύμβουλος Θεολόγων του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και υπεύθυνος για το μάθημα των Θρησκευτικών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης κ. Γιαγκάζογλου εξέφρασε και πάλι τις απόψεις του για το μάθημα των Θρησκευτικών!!

Συγκεκριμένα στις 09.01.2010 στη στήλη «Επικαιρότητα» της Εφημερίδας «Η Καθημερινή» με θέμα: «Ανοίγει η συζήτηση για τα σύμβολα- Προσφυγή γονέων για την αφαίρεση των εικόνων στα σχολεία των παιδιών τους» ερωτάται ο κ. Γιαγκάζογλου για δύο θέματα: α) Την αφαίρεση των συμβόλων και β) το μάθημα των Θρησκευτικών. Στο πρώτο θέμα απάντησε σωστά, θεολογικά και τεκμηριωμένα. Στο θέμα όμως που αφορούσε την παρακολούθηση του μαθήματος των Θρησκευτικών ήταν πιστεύουμε απογοητευτικός. Στο σημείο αυτό ερωτάται ο κ. Γιαγκάζογλου: με βάση ποια εξειδίκευση στην παιδαγωγική επιστήμη, τη διδακτική και την εξελικτική ψυχολογία αποφαίνεται για το μάθημα των Θρησκευτικών. Συγκεκριμένα αναφέρει μεταξύ άλλων: «Θεωρώ ότι θα ισορροπούσε η κατάσταση, αν το μάθημα των θρησκευτικών από ομολογιακό γινόταν θρησκειολογικό με επίκεντρο τη χριστιανική ορθόδοξη θρησκεία που είναι η επικρατούσα». Με τη θέση αυτή ο κ. Σύμβουλος υιοθετεί πλήρως τις θέσεις Σωτηρέλη για τη μετατροπή του μαθήματος των Θρησκευτικών σε θρησκειολογία. Για όσους δεν έχουν υπόψη τις θέσεις του Γ. Σωτηρέλη,  εισηγητή του θρησκειολογικού μοντέλου στην Ελλάδα, αναφέρουμε ότι στην αρθρογραφία του και ιδιαίτερα στο βιβλίο του: «Θρησκεία και  Εκπαίδευση κατά το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση – Από τον κατηχητισμό στην Πολυφωνία» σελ. 402, ο συγγραφέας νομικός αναφέρει: «Προτιμότερο είναι το θρησκειολογικό πρότυπο. Στο πλαίσιο ενός τέτοιου προτύπου παρέχεται στους μαθητές μια σφαιρική, αντικειμενική, ουδέτερη και απροκάλυπτη ενημέρωση για το θρησκευτικό φαινόμενο και τις διάφορες εκφάνσεις του. Είναι όμως όχι μόνον εύλογο αλλά και συνταγματικά θεμιτό, για μια χώρα με την εθνική και πνευματική παράδοση της Ελλάδας, η θρησκειολογική εκπαίδευση να είναι ποσοτικά διαβαθμισμένη, χωρίς βεβαίως να γίνεται και μεροληπτική. Έτσι το κύριο μέρος της διδασκαλίας θα εστιάζεται στην ιστορική διαμόρφωση και στις αρχές του Χριστιανισμού, με ιδιαίτερη έμφαση στην Ορθοδοξία». Στην παρούσα φάση ο  κ. Γιαγκάζογλου θέλει το μάθημα θρησκειολογικό. Παλαιότερα πίστευε ότι το μάθημα πρέπει να γίνει πολυπολιτισμικό υποστηρίζοντας ότι «η πολυπολιτισμική θεολογία είναι ανάγκη να διαπεράσει το μάθημα των θρησκευτικών».

Πιστεύουμε, εκτός και αν κάνουμε λάθος, ότι ο ρόλος του εκάστοτε Συμβούλου Θεολόγων στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο  είναι να ενθαρρύνει τους Θεολόγους και να στηρίζει το μάθημα. Δεν είναι να υιοθετεί τις απόψεις που από ιδεολογικές ή «προοδευτικές», πάντως όχι από παιδαγωγικές και θεολογικές αφετηρίες πολεμούν μεθοδικά το μάθημα των Θρησκευτικών, αλλά να τις αξιολογεί.

Υπάρχουν και άλλοι Σύμβουλοι άλλων μαθημάτων στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, οι οποίοι, όπως παρατηρούμε, στηρίζουν το μάθημά τους και τους καθηγητές της ειδικότητάς τους, με αποτέλεσμα οι άλλοι καθηγητές στα σχολεία να είναι ήρεμοι και να επιτελούν απερίσπαστοι το έργο τους.

Οι μόνοι εκπαιδευτικοί στην Ελλάδα που δέχονται διαρκώς επιθέσεις για  το μάθημά τους είναι οι Θεολόγοι. Και το παράδοξο είναι ότι οι επιθέσεις έρχονται εκ των έσω και τους δημιουργούν σύγχυση, απογοήτευση αβεβαιότητα και  ανασφάλεια.

Δεν είναι δυνατόν η θεολογική ηγεσία του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου να αποφαίνεται ότι το Μάθημα των Θρησκευτικών είναι ομολογιακό. Ομολογιακό θεωρούν και αποκαλούν το θρησκευτικό μάθημα στο χώρο των θεολόγων δύο μικρές ομάδες: Οι υπερσυντηρητικοί -κυρίως συνταξιούχοι- θεολόγοι της παλιάς σχολής και οι αυτοαποκαλούμενοι «προοδευτικοί» θεολόγοι. Το σύνολο σχεδόν των υπόλοιπων θεολόγων αποδοκιμάζει αυτόν τον χαρακτηρισμό για τον αυτονόητο λόγο ότι κανείς από αυτούς ούτε θεωρεί ούτε πιστεύει ούτε κάνει ομολογιακό ή δογματικό ή κατηχητικό μάθημα. Ομολογιακό μάθημα γίνεται στις χώρες της Ευρώπης όπου υπάρχουν οι θρησκευτικές Ομολογίες. Εκεί κάθε Ομολογία-Εκκλησία, διά του Επισκόπου, έχει την ευθύνη να εγκρίνει τους διδάσκοντες, να καταρτίζει τα Αναλυτικά Προγράμματα, να συγγράφει τα βιβλία, ενώ η πολιτεία χρηματοδοτεί όλα τα παραπάνω. Στην Ελλάδα όμως η πολιτεία έχει την ευθύνη για όλα, για τα Προγράμματα, τα βιβλία, τη μόρφωση των θεολόγων και των δασκάλων σε δημόσια κρατικά πανεπιστήμια, την επιμόρφωσή τους επίσης από την πολιτεία, το διορισμό τους από την πολιτεία. Και η πολιτεία έχει καθιερώσει να γίνεται το μάθημα με βάση την Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση και ζωή. Εκτός αν το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο θεωρεί ότι η Ορθοδοξία είναι Ομολογία!!

Οι θεολόγοι επομένως διδάσκουν τα παιδιά του ελληνικού λαού με συνέπεια και με βάση το Σύνταγμα, τον εκπαιδευτικό Νόμο 1566/1985 καθώς και τα Προγράμματα Σπουδών και τα βιβλία που τους στέλνει το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Πράγματι, δημιουργεί μεγάλη απορία και πολλά ερωτηματικά αυτό που συμβαίνει με τη θεολογική ηγεσία του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, η οποία κατά το χρονικό διάστημα 2003-2005, ως υπεύθυνη των Νέων Προγραμμάτων, των Βιβλίων και των CD-ROM του θρησκευτικού μαθήματος λίγο χρόνο μετά την κυκλοφορία τους και -μετά από τόσα χρήματα που ξοδεύτηκαν πρόσφατα για τα παραπάνω και τις επιμορφώσεις των εκπαιδευτικών για να διδάξουν τα νέα βιβλία- χαρακτηρίζει το μάθημα ομολογιακό και να αποφαίνεται ότι η λύση είναι να γίνει θρησκειολογικό, δηλαδή πάλι από την αρχή, αλλαγή σε όλα. Και υπάρχει το ερώτημα: Τώρα, λίγο μετά την κυκλοφορία των νέων Προγραμμάτων και Βιβλίων, την ευθύνη των οποίων είχαν τόσο ο κ. Γιαγκάζογλου όσο και οι συνεργάτες του, έγινε απ’ αυτούς αντιληπτό ότι το μάθημα είναι ομολογιακό; Γιατί ο κ. Γιαγκάζογλου δεν αντιμετώπισε νωρίτερα το θέμα; Γιατί δεν προσπάθησε τόσο αυτός όσο και οι συνεργάτες του να το απαλλάξουν από τα ομολογιακά στοιχεία; Αυτοί τα σχεδίασαν όλα, αυτοί είχαν την ευθύνη για όλα και τώρα έρχονται να διαπιστώσουν ότι το αποτέλεσμα του έργου τους ένα ομολογιακό μάθημα; Και δεν μας είπαν: Μέσα από ποια επιστημονική – θεολογική – παιδαγωγική εμπεριστατωμένη έρευνα ή μελέτη διαπιστώθηκε ότι το μάθημα είναι ομολογιακό και ότι το θρησκειολογικό μοντέλο είναι η λύση για τη θρησκευτική αγωγή; Επειδή μια ομάδα αποφαίνεται και το χαρακτηρίζει αυτοβούλως και αυθαιρέτως ομολογιακό σημαίνει ότι όντως είναι ομολογιακό; Θα πρέπει να κατανοήσουμε όλοι ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή που οι ιδεολογίες δεν έχουν θέση στην παιδεία. Είμαστε στο 2010 και για να πάμε μπροστά στην παιδεία πρέπει να εργαζόμαστε επιστημονικά με βάση τα πορίσματα της Παιδαγωγικής, της Διδακτικής, της Ψυχολογίας με κριτήριο πάντοτε το παιδί και όχι τις ιδεολογίες, τις θέσεις εξουσίας και τις απόψεις μας.

Υπάρχουν επιστημονικές εργασίες διεθνώς που αποδεικνύουν ότι το θρησκειολογικό μοντέλο είναι πλέον ξεπερασμένο ως πειραματισμός θρησκευτικής αγωγής στις ευρωπαϊκές χώρες, στις πλείστες από τις οποίες το μάθημα  είναι τώρα χριστιανικό. Έπειτα το μοντέλο αυτό, από θρησκευτικής πλευράς, δεν σχετίζεται με την πίστη σε κάποιον Θεό, αφού ασχολείται μόνον είτε με το θρησκευτικό φαινόμενο γενικά είτε με την εξιστόρηση των θρησκειών. Επιβάλλει, δηλαδή, τη θρησκευτική ουδετερότητα στην πίστη, που σημαίνει ότι δεν ανταποκρίνεται στο θρησκευτικό αίσθημα που έχει ο από αρχαιοτάτων χρόνων φιλόθεος και πιστός στο θείο ελληνικός λαός. Δεν αναπτύσσει κατά συνέπεια τη θρησκευτική, την ηθική και την κοινωνική συνείδηση των παιδιών. Από παιδαγωγικής πλευράς ακόμη, δεν μπορεί να υπάρχει παιδεία και μάλιστα θρησκευτική, ουδέτερη και απροϋπόθετη. Μια ουδέτερη θρησκειολογική αγωγή θα δημιουργούσε τεράστια προβλήματα στην Εκπαίδευση, διότι είναι αντίθετη με το θρησκευτικό εμπειρικό συνεχές του παιδιού. Έπειτα είναι αντιπαιδαγωγική για παιδιά Δημοτικού και Γυμνασίου, διότι τα παιδιά σ’ αυτή την ηλικία δεν έχουν την ικανότητα να κρίνουν και να συγκρίνουν  την ποικιλότητα των θρησκευτικών δοξασιών που προσφέρει η θρησκειολογία, ενώ η θρησκευτική ουδετερότητα σ’ αυτή την ηλικιακή περίοδο δημιουργεί ένα ακατάλληλο θρησκευτικό σχετικισμό. Αντίθετα, στα παιδιά  πρέπει να δίδεται ένας σταθερός αξιακός θρησκευτικός και πολιτισμικός προσανατολισμός, στον οποίο να μπορούν να στηρίζουν τον χαρακτήρα τους και από τον οποίο να προσλαμβάνει νόημα η ζωή τους.

Έχοντας υπόψη τα παραπάνω δεν ξέρουμε τι να πούμε και πώς να εξηγήσουμε την απαξίωση αυτή που γίνεται στο μάθημα των Θρησκευτικών εκ των έσω και εκ των άνω!! Δημιουργούνται πολλές απορίες. Πρόκειται άραγε για μια ομολογία αποτυχίας ή για την καλλιέργεια κλίματος μετατροπής του χαρακτήρα του μαθήματος που προφανώς σημαίνει: Νέα Προγράμματα, νέα βιβλία, νέα CD-ROM, νέες Επιμορφώσεις, που προφανώς σημαίνουν νέες οικονομικές ενισχύσεις!!; Δεν είναι τυχαίο πάντως ότι τις παραπάνω θέσεις υπέρ της μετατροπής του μαθήματος σε θρησκειολογία τις στηρίζει μόνον μια μικρή και συγκεκριμένη ομάδα αλληλοεξαρτούμενων Συμβούλων και Θεολόγων, ενώ  αντίθετες σ’ αυτές είναι οι θέσεις που έχουν διατυπωθεί  από την Εκκλησία της Ελλάδος και της Κρήτης, τις Θεολογικές Σχολές, την Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων, τις κατά τόπους Ενώσεις και Συνδέσμους Θεολόγων. Δεν ξέρουμε, επομένως, πώς και με ποιους τελικά θα εφαρμοστεί το μοντέλο της θρησκειολογίας στα σχολεία; Με το αποφασίζομεν και διατάσομεν; Ή με μια μικρή ομάδα «προοδευτικών» θεολόγων;

Ο Σύνδεσμός μας, πάντως, είναι και θα είναι πάντοτε αντίθετος σε  ερασιτεχνισμούς και ακροβατισμούς που αφορούν στο μέλλον του μαθήματός μας και πιστεύει ότι δεν πρέπει να παίζουμε εν ου παικτοίς και ότι είναι ανάγκη να έχουμε σοβαρότητα και αφοσίωση στο έργο μας και να προχωρούμε ενωμένοι στη στήριξη και στη βελτίωση του μαθήματός μας. Το μάθημα των Θρησκευτικών είναι ενδιαφέρον, πολύτιμο και αναγκαίο, ιδιαίτερα στο σύγχρονο σχολείο και στη σύγχρονη εποχή, διότι προσφέρει ένα νέο νόημα και τρόπο ζωής στην ανθρώπινη ύπαρξη και δίδει διέξοδο στα σύγχρονα υπαρξιακά και κοινωνικά προβλήματα. Αρκεί να το πιστέψουμε, να το αγαπήσουμε, να το διακονήσουμε με ενθουσιασμό και με θεολογική και παιδαγωγική υπευθυνότητα. Αλλαγή στο χαρακτήρα δεν έχει ανάγκη το μάθημα. Είναι ανοικτό, οικουμενικό, ανεκτικό, παιδαγωγικό, θεολογικό, γνωσιολογικό, κοινωνικό, πολιτισμικό και έχει πετύχει, χάριν της σοβαρής προσπάθειας των διδασκόντων του να αγκαλιάσει τους διαφορετικούς – αλλόθρησκους μαθητές έτσι ώστε, σύμφωνα με πληροφορίες που έχουμε, ολιγότεροι από 80 σε ολόκληρη τη χώρα να έχουν ζητήσει απαλλαγή. Η διεκδίκησή μας είναι να διδάσκεται το μάθημα στο Δημοτικό από Θεολόγους για ένα και μοναδικό λόγο: Διότι οι δάσκαλοι είτε δεν το διδάσκουν καθόλου είτε το διδάσκουν πλημμελώς, αφού τα Παιδαγωγικά Τμήματα -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- δεν προσφέρουν πανεπιστημιακή κατάρτιση  στη διδακτική των Θρησκευτικών. Τελειώνοντας θα θέλαμε να τονίσουμε ότι  βελτιώσεις και προσαρμογές τόσο στο περιεχόμενο όσο και στον τρόπο διδασκαλίας έχει ανάγκη το θρησκευτικό μάθημα. Οι διά βίου επιμορφώσεις επίσης των Θεολόγων θεωρούνται απαραίτητες. Ένα είναι περιττό και απαράδεκτο και ας το καταλάβουμε όλοι: Η εκ των έσω υπονόμευση και οι τεχνηέντως τεχνητές για διάφορους λόγους «επιθέσεις» εναντίον του μαθήματος των Θρησκευτικών.

Με τιμή

Η Διοικούσα Επιτροπή

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: